Υπάρχει κάτι πολύ βασικό που αξιολογούμε σε κάθε μέθοδο και συγκεκριμένα όταν αναφερόμαστε στις συμπεριφοριστικές παρεμβάσεις. Όταν μιλάμε για μια στρατηγική (οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή) και  λέμε ότι «δουλεύει» ή ότι είναι «αποτελεσματική», είναι σημαντικό να αναρωτιόμαστε πάντα πως χρησιμοποιούνται αυτές οι λέξεις. Πολλά κριτήρια για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας σε μελέτες για τον αυτισμό βασίζονται στην αλλαγή της παρατηρήσιμης συμπεριφοράς. Αναφέρεται συχνά ότι το παιδί γίνεται πιο «συνεργάσιμο» ή πιο «ήσυχο», και τότε η θεραπεία κρίνεται επιτυχής. Και, όντως, μπορεί κάποιες προσεγγίσεις που βασίζονται στο συμπεριφορισμό να φαίνεται ότι βοηθάνε στην εξέλιξη των παιδιών. Το πρόβλημα που προκύπτει είναι ότι η όποια πρόοδος ή βελτίωση στη συμπεριφορά επιτυγχάνεται, έχει μεγάλο κόστος -αφού κατακτάται σε βάρος άλλων, ουσιωδών χαρακτηριστικών, όπως την αυτοεκτίμηση, το αίσθημα ασφάλειας και την ικανότητα όσων βιώνουν αυτές τις «θεραπευτικές» διαδικασίες να αγαπούν αυτό που είναι, ανεβάζοντας τα επίπεδα του στρές και στερώντας από τα παιδιά (και τους μελλοντικούς ενήλικες) την αίσθηση ότι έχουν έλεγχο πάνω στην ίδια τους τη ζωή.  

Όταν σκεφτόμαστε αυτές τις προσεγγίσεις δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στην τιμωρία ή τη στέρηση προνομίων. Πολλές μελέτες σχετικά με τις ανταμοιβές και τη θετική ενίσχυση επιβεβαιώνουν ότι: τα «καρότα», όπως και τα «μαστίγια», δεν είναι απλά αναποτελεσματικά σε βάθος χρόνου αλλά και συχνά αντιπαραγωγικά – στη δουλειά, το σχολείο και το σπίτι- και αυτά τα αρνητικά αποτελέσματα εντοπίζονται σε κάθε ηλικία, φύλο και πολιτισμικό πλαίσιο. Όσο περισσότερο ανταμείβουμε κάποιον για κάτι που κάνει, τόσο πιο πολύ τείνει να χάνει το ενδιαφέρον του για τη δραστηριότητα που θα του εξασφάλιζε την ανταμοιβή. Ταυτόχρονα, συχνά καταλήγει να επιτυγχάνει λιγότερο στη δραστηριότητα σε σχέση με άλλα άτομα, στα οποία δεν προσφέρεται ανταμοιβή για το συγκεκριμένο έργο (ακόμη πιο καταστροφικό , σύμφωνα με την έρευνα, είναι μια συμφωνία όπου προσφέρεται ανταμοιβή σε κάποιον προκειμένου να κάνει κάτι καλά).

Δυστυχώς, τέτοιες παρεμβάσεις δίνουν έμφαση στη χρήση του ελέγχου και της δύναμης του ισχυρότερου και πολλές από αυτές αντιμετωπίζουν τα παιδιά σαν μικρούς απατεώνες, των οποίων οι συμπεριφορές έχουν στόχο να μας «χειριστούν», προκειμένου να κερδίσουν προνόμια.  

Ενστερνιζόμαστε την πεποίθηση ότι το πιο σημαντικό έργο στην ανάπτυξη ενός παιδιού είναι να αντιληφθεί ποιος είναι – τις δεξιότητές του, τις προτιμήσεις του, τα πιστεύω του, τις αξίες του, τους στόχους του- να νιώσει άνετα με τον εαυτό του, να επιδιώξει και να ζήσει μια ζωή σύμφωνη με αυτό που είναι. Ως γονείς, θεραπευτές και εκπαιδευτικοί, καλούμαστε να διατηρήσουμε μια ισορροπία: να νιώσουμε άνετα με αυτό που είναι κάθε παιδί, να το βοηθήσουμε να ζήσει μια ζωή σε αρμονία και να εξασφαλίσουμε ότι μπορεί να επωφεληθεί από τις εμπειρίες, τις αξίες και τη σοφία μας, προκειμένου να αναπτύξει τις υψηλότερες δεξιότητες του ανθρώπινου είδους: ενσυναίσθηση, ειλικρίνεια, συνεργατικότητα, ευελιξία, ανεξαρτησία, αντίληψη του αντίκτυπου της συμπεριφοράς του στους άλλους. Και σίγουρα η ισορροπία αυτή είναι πολύ εύθραυστη, ειδικά όταν καλείται κανείς να μπει στις ζωές δυσκολεμένων παιδιών.

Μπορούμε να συσχετιστούμε, να παρέμβουμε και να  μεγαλώσουμε τα παιδιά μας με τρόπο που θα ενδυναμώσει την καλύτερη πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ανθρωπιστικές παρεμβάσεις που αντιμετωπίζουν τα παιδιά σαν άτομα με τα οποία μπορούμε να αναπτύξουμε σχέσεις και όχι σαν συνονθύλευμα συμπεριφορών που πρέπει να ενισχύσουμε ή να εξαλείψουμε. Μια τέτοια μέθοδος με ισχυρό θεωρητικό υπόβαθρο και κλινική επιβεβαίωση είναι το Dir- floortime. Στο παρακάτω βίντεο ο Dr. Gil Tippy μας εξηγεί πως η συγκεκριμένη μέθοδος διαφέρει από τις καθαρά συμπεριφορικές παρεμβάσεις:

«Πολλές παρεμβάσεις βασίζονται στην  ιδέα ότι ο θεραπευτής γνωρίζει εκ των προτέρων τι είναι αυτό που έχει ανάγκη ο θεραπευόμενος.  Άρα, στο μυαλό του θεραπευτή, υπάρχει (η επιθυμία) να δώσει στον θεραπευόμενο  αυτό που ο ίδιος ο θεραπευτής πιστεύει ότι χρειάζεται. Το μοντέλο DIR, καθώς και κάθε άνθρωπος που σέβεται την ανθρώπινη αλληλεπίδραση, κατανοούν ότι οι άνθρωποι έχουν ήδη μέσα τους ότι χρειάζονται και άρα η διαφορά του μοντέλου αυτού (σε σχέση με άλλες προσεγγίσεις) είναι ότι ο θεραπευτής αναλαμβάνει να δημιουργήσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο το άτομο θα εξελιχθεί στο άτομο που το ίδιο επιθυμεί και αξίζει να γίνει, σε αντίθεση με το να υποθέτουμε εμείς τι χρειάζεται και να του το δίνουμε σε κομμάτια.

Το DIR– Floortime ρωτάει το άτομο ¨τι χρειάζεσαι; Πως θα σε βοηθήσω να το πετύχεις αυτό;¨,  σε αντίθεση με το ¨έχω ένα πρόγραμμα με συγκεκριμένα βήματα (για εσένα), υποθέτω εγώ τι έχεις ανάγκη και θα σε βάλω να κάνεις πράγματα που χρειάζεται ώστε να πας στο επόμενο βήμα.¨

Είναι διαφορετική οπτική. Οι άνθρωποι έχουν οι ίδιοι μέσα τους ότι χρειάζονται. Ρόλος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον όπου θα  μπορέσουν να εξελιχθούν. Είναι μια πρόσκληση: Έλα να μπεις μαζί μας στον κόσμο, εξελίξου στο άτομο που θες να γίνεις, άνθισε σε λειτουργικό ενήλικα που όλοι μπορούμε να γίνουμε, ακόμη και με τις διαφορές σου. Ακόμη και με τον διαφορετικό τρόπο που μπορεί  να βλέπεις τον κόσμο. Σε χρειαζόμαστε και σε θέλουμε. Έλα,  θα σε υποστηρίξουμε».

Σχετικοί σύνδεσμοι:

https://www.icdl.com/about/mission

http://drrossgreene.com/raising-human-beings.htm

https://drgiltippy.wordpress.com/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *